Τρίτη 12 Απριλίου 2011

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΡΘΡΟ του κ. Π. Τελεβάντου:

 «ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΤΕIΧΙΣΗ»

Δυστυχώς, και πάλι επεχείρησε ο κ. Τελεβάντος να καταφερθεί εναντίον μας για την αποτείχιση με αστήριχτα επιχειρήματα, άστοχες συγκρίσεις, αστείους παραλληλισμούς, κατηγορίες, προσωπικές αποφάνσεις και παραπληροφόρηση (π.χ. ότι τάχα «αποτειχιζόμαστε από τους επισκόπους για την παράβαση των Ιερών Κανόνων», ενώ γνωρίζει καλά ότι η αποτείχιση έγινε για αιρετικές θέσεις). Και επειδή δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον ΙΕ΄ Ιερό Κανόνα, ο οποίος μιλά για αποτείχιση, επιτίθεται εναντίον μας έμμεσα και άμεσα, χρησιμοποιώντας τον π. Επιφάνιο, ως να είναι «ο διάδοχός του», αφού επικαλείται τα κείμενά του, τα οποία για ποιμαντικούς λόγους πριν μερικές δεκαετίες έγραψε και που δεν μπορούμε να ξέρουμε με σιγουριά ποιά θέση θα έπαιρνε σήμερα, στην οικουμενιστική έξαρση που παρατηρείται• εκτός αν ισχυρισθεί ο κ. Τ.Π. ότι γνωρίζει και τη σκέψη των τεθνεώτων.
Παραποιεί την πραγματικότητα γράφοντας πως «ο Οικουμενισμός ύστερα από περισσότερο από ένα αιώνα ζωής βρίσκεται στην πιο αντίξοη καμπή της ιστορίας του», τη στιγμή που όλοι οι πατέρες (στρατηγοί, όπως τους ονομάζει) έχουν επισημάνει το ακριβώς αντίθετο, πως δηλ. σήμερα ο Οικουμενισμός  και οι οικουμενιστικές ενέργειες βρίσκονται σε έξαρση, έχουν φτάσει στο απροχώρητο, κρυφά έχουν φτάσει ακόμα και στο «κοινό ποτήριο» (αυτό έχουν αποκαλύψει ο π. Γ. Μεταλληνός, ο π. Θεόδωρος Ζήσης κ.ά).

Ξέχασε δε πως και ο ίδιος γράφει για λαϊκό Οικουμενισμό, και παρουσιάζει τις εν εξάρσει οικουμενιστικές ενέργειες, οι οποίες είναι τέτοιου βαθμού και εκτάσεως, που δεν συναντούμε όμοιές τους στην εκκλησιαστική ιστορία.
Αλλά εκτός αυτού, και το πιο ισχυρό του χαρτί, τα κείμενα του π. Επιφάνιου που επικαλείται, δεν αποτελούν όλα μέτρο Ορθοδοξίας, παρά μόνο εκείνα που «συμφωνούν» με τους Πατέρες, και βέβαια αυτά είναι τα περισσότερα και τα διαβάζουμε κι εμείς και τα επικαλούμαστε. Μέτρο Ορθοδοξίας και μιμήσεως είναι για κάθε πιστό οι Πατέρες και τα κείμενα των Οικουμενικών Συνόδων.
Λυπούμαστε που ο κ. Τελεβάντος δεν έδωσε σημασία στις θέσεις των Πατέρων που παρουσιάσαμε, και μάλιστα μας κατηγόρησε έμμεσα, πως με τον τρόπο που «διαβάζουμε» και παραθέτουμε τα πατερικά κείμενα πληγώνουμε «την ενότητα και την ειρήνη της Εκκλησίας». Και λέει αυτά χωρίς να παραθέσει κανένα πατερικό κείμενο που να αντικρούει την προσέγγιση που κάνουμε, πληγώνοντας αυτός πλέον την ειρήνη και την ενότητα με τους αδελφούς του, στους οποίους μάλιστα υποσχέθηκε (και περιμέναμε μήνες κατά την υπόσχεσή του) την παράθεση συγκροτημένης πατερικής περί του θέματος διδασκαλίας. Κι όχι μόνο δεν παρουσίασε κανένα πατερικό κείμενο, ἀλλά αντί της διδασκαλίας των Πατέρων, παρουσιάζει πράγματα του μυαλού του, διαστρέβλωσε μάλιστα την ιστορία ως προς την δίωξη του ι. Χρυσοστόμου, όπως το ιστολόγιο της apotixis απέδειξε.
Νομίζω, λοιπόν, πως δεν υπήρχε άλλη επιλογή –παρά την διστακτικότητα– από το να δοθεί αυτή η απάντηση. Παραθέτουμε στις άστοχες θέσεις του περί αποτειχίσεως μερικές από τις γνώμες των Πατέρων (πέρα από τον ΙΕ΄  Κανόνα), δια των οποίων καθίσταται σαφές ότι οι Άγιοι Πατέρες προτρέπουν να αποφεύγουμε όχι μόνο τους «κοινωνούντας τοις αιρετικοίς», αλλά ακόμα και τους «ατάκτως περιπατούντας»:
Η Σύνοδος του 1351 αναθεμάτισε τους Βαρλαάμ και Ακίνδυνο, αλλά και τους «εκείνοις ομόφρονας, …και τους κοινωνούντας τούτοις  εν γνώσει  ακοινωνήτους  έχομεν, και πάσης ιερατικής λειτουργίας απογυμνούμεν… Αλλ’ και ει τις έτερος των απάντων τα αυτά φωραθείη η φρονών η λέγων η συγγραφόμενος …κατά των ιερών θεολόγων και της Εκκλησίας αυτής, τα αυτά καθυποβάλλομεν, είτε των ιερωμένων είη τις, είτε των λαϊκών» (Εις Ρωμανίδη Ιω., Δογματική και Συμβολική Θεολογία, τ. Β , σ. 271).
Ο ι. Χρυσόστομος λέγει, ότι ακόμα και όταν δεν μας βλάπτουν οι φιλίες με τους αιρετικούς, όμως αυτό μπορεί να σκανδαλίσει κάποιο άλλο μέλος της Εκκλησίας: «Δέος γαρ μη τις παραφθαρή υπό της των αιρετικών αγάπης… Πολλούς γαρ πολλάκις αι φιλίαι βλάπτουσιν. Ει γαρ και σε ουδέν βλάπτει, φησίν, αλλ' έτερος προσκόπτει» (Χρυσοστόμου Ιω., Υπόμν. Εις Φιλιππ.,  T.L.G., v. 62, pg 191, ln 21, v. 62, pg 177, ln 37t.).
Συνεπώς, καθόσον ο πατριάρχης Βαρθολομαίος, οι Περγάμου Ιωάννης, Δημητριάδος Ιγνάτιος, Μεσσηνίας Χρυσόστομος, Καλαβρύτων Αμβρόσιος, θεωρούν τον Παπισμόν «αδελφήν εκκλησίαν» και όχι αίρεση (αλλά απλώς σχίσμα), ή διδάσκουν την «Βαπτισματικήν θεολογίαν», ή καταλύουν το ένατο άρθρο της Πίστεως και διδάσκουν περί «διηρημένης εκκλησίας», είτε ανέχονται την «μεταπατερική θεολογία» (και όχι μόνο) και δίδουν «κοινήν μαρτυρίαν πίστεως» με τον Πάπα και το Π.Σ.Ε., όλοι αυτοί για τους Πατέρες της Εκκλησίας είναι ακοινώνητοι. Γιατί δεν έχουν το ίδιο πνεύμα των Αγίων Πατέρων, το ίδιο πνεύμα της εκκλησιαστικής Παραδόσεως.
Ο ι. Χρυσόστομος διαβεβαιώνει ότι δεν είναι δυνατόν να είμαστε ένα εκκλησιαστικό σώμα, χωρίς να έχουμε το ίδιο πνεύμα της Πίστεως. «Εν  πνεύμα, καλώς είπε, δεικνύς ότι από του ενός σώματος εν πνεύμα έσται, η ότι έστι μεν σώμα είναι εν, ουχ εν δε πνεύμα· ως αν ει τις και αιρετικών φίλος είη· η από τούτου προς ομόνοιαν δυσωπεί, τοιούτο τι λέγων· Οι εν πνεύμα λαβόντες, και εκ μιας ποτισθέντες πηγής, ουκ οφείλετε διχονοείν...» (Χρυσοστόμου Ιω., Υπόμν. Εις Εφεσίους,  T.L.G., v. 62, pg 79, ln 41). Ως εκ τούτου, όσοι έχουν φιλία με αιρετικούς, δεν μπορούν να αποτελούν ένα πνεύμα με τους πιστούς της διαχρονικής Εκκλησίας και έτσι δεν ισχύει η ένσταση εκείνων που ισχυρίζονται πως, όσοι διακόπτουν το μνημόσυνο των αιρετικών η αιρετιζόντων επισκόπων και αποτειχίζονται απ’ αυτούς, δημιουργούν σχίσμα.
Αλλά και ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει προς τον Πατριάρχη Αντιοχείας: «Οι μεν τέλεον περί την πίστιν εναυάγησαν· οι δε, ει και τοις λογισμοίς ου κατεποντίσθησαν, όμως τη κοινωνία της αιρέσεως συνόλλυνται… Και η καταιγίς της αιρέσεως κορυφουμένη κορυφούται οσημέραι» (P.G. 99, 1164Α, Β).
Ο Μ. Αθανάσιος χαρακτηρίζει επικίνδυνους αυτούς που δηλώνουν πως έχουν ορθόδοξο φρόνημα, αλλ’ όμως επικοινωνούσαν εκκλησιαστικά και συμπροσεύχονταν με τους αρειανόφρονες· και συμβουλεύει απομάκρυνση απ’ αυτούς. (Αν αντικαταστήσετε τους αρειανόφρονες με τους παπικούς και τους οικουμενιστές, θα αντιληφθείτε ποία στάση μας συμβουλεύει να κρατήσουμε,  εμείς οι σύγχρονοι Ορθόδοξοι, που είμαστε μεν αμαρτωλοί, αλλά θέλουμε να τηρήσουμε την ορθόδοξη κληρονομιά των Αγίων μας).
Δεν πρέπει, συνεχίζει ο Μ. Αθανάσιος, να έχετε επικοινωνία και συμπροσευχές με τους αιρετικούς, γιατί όσοι βλέπουν εσάς τους Ορθοδόξους να επικοινωνείτε άνετα μαζί τους, θα αποκομίσουν την εντύπωση ότι τούτο είναι ακίνδυνο και θα κάνουν κι αυτοί το ίδιο, και έτσι, θα περιπέσουν στο βόρβορο της αιρετικής ασεβείας: «…Όταν γαρ τινες υμάς τους εν Χριστώ πιστούς θεωρήσαντες μετ' αυτών συνερχομένους και κοινωνούντας, πάντως υπονοήσαντες αδιάφορον είναι το τοιούτον, εις τον της ασεβείας εμπεσούνται βόρβορον». Και για να μη συμβεί αυτό, να αποφεύγετε την εκκλησιαστική επικοινωνία με εκείνους που νομίζουν ότι δεν έχουν αποδεχτεί την αρειανική διδασκαλία,  αλλ’ όμως επικοινωνούν μετά των αιρετικών αρειανών, απ’ αυτούς αρχικά να φυλάγεσθε. Και κατ’ εξοχήν εμείς που ορθοφρονούμε, πρέπει να αποφεύγουμε την εκκλησιαστική κοινωνία, με εκείνους, των οποίων το φρόνημα  ως κακόδοξο απορρίπτουμε: «…τους μεν φανερώς φρονούντας τα της ασεβείας αποστρέφεσθαι, τους δε νομίζοντας τα Αρείου μη φρονείν, κοινωνούντας δε μετά των ασεβών φυλάττεσθαι· και μάλιστα ων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, τούτους από της κοινωνίας προσήκει φεύγειν… Ει δε τις προσποιείται μεν ομολογείν ορθήν πίστιν, φαίνεται δε κοινωνών εκείνοις, τον τοιούτον προτρέψασθε απέχεσθαι της τοιαύτης συνηθείας· και εάν …φιλονείκως επιμένη, τον τοιούτον παραιτείσθε»( Μ. Αθανασίου, επιστολή, Τοις τον μονήρη βίον ασκούσι,  ΡG 26, 1185-1188).
Ως μόνη ελπίδα να διορθωθούν τα κακά στην Εκκλησία, θεωρεί ο ι. Χρυσόστομος, την εμμονή στη διακοπή της κοινωνίας με  τους παρανομούντας Επισκόπους, που είχαν πάρει στα χέρια τους την εκκλησιαστική εξουσία. Διότι, συνεχίζει, «τούτο αρχή της λύσεως του χειμώνος, …τούτο των κακών διόρθωσις, όταν τους τα τοιαύτα πονηρευσαμένους υμείς οι υγιαίνοντες αποστρέφησθε και μηδέν κοινόν έχητε προς αυτούς» (Χρυσοστόμου Ιω., Επιστολή πθʹ, Θεοδοσίω επισκόπω Σκυθοπόλεως, TLG, vol 52, pg 655, ln 15-ln 25). Υπ’ όψιν, ότι εδώ ο ι. Χρυσόστομος, προτρέπει σε διακοπή κοινωνίας, όχι γιατί υπάρχει κάποια αίρεση, αλλά για ελαφρότερα θέματα δικαιοσύνης, διοικητικά και εκκλησιολογικά.

«Οι Απόστολοι και οι μαθηταί αυτών έσχον (=είχαν) τόσον μεγάλην “ευλάβειαν”, ώστε απέφευγαν και να συνομιλούν ακόμη με εκείνους που ενόθευαν την αλήθειαν της πίστεως» (Άγιος Ειρηναίος, Έλεγχος και ανατροπή ψευδωνύμου γνώσεως, Γ  3, 4, ΒΕΠΕΣ 5, 144 (15-22).
Αλλά και στις μέρες μας, σύγχρονοι Πατέρες την ίδια Πίστη και Παράδοση ακολουθούν, τουλάχιστον εν λόγοις. Σε «Διακήρυξη κληρικών και μοναχών» που προ ετών δημοσιεύτηκε, διαβάζουμε: «Το θέμα της κοινωνίας με τους αιρετικούς, ως και της εν συνεχεία κοινωνίας με τους κοινωνούντες, οι οποίοι με την πράξη τους αυτή αποβαίνουν ακοινώνητοι, είναι το μείζον και επείγον θέμα στην σημερινή εκκλησιαστική ζωή. Το εκκλησιαστικό σώμα νοσεί επικίνδυνα· υπεύθυνοι για την νόσο είμαστε όλοι, όχι μόνον οι κοινωνούντες με τους ετεροδόξους, αλλά και όσοι κοινωνούμε με τους κοινωνούντες· η εκτροπή και η παράβαση μοιάζει με τα συγκοινωνούντα δοχεία…» («Μαρτυρία η αποστασία; Σκέψεις… μετά τη Ραβέννα», “Ορθόδοξος Τύπος”, φ. 1466, 12.7.2002). Κι αυτές τις θέσεις προσυπογράφουν οι π. Θεόδωρος Ζήσης, π. Γεώργιος Μεταλληνός, π. Σαράντης Σαράντος, κ.α. Τι παραπάνω υποστηρίζουμε εμείς;
Ακόμα και ο π. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος (του οποίου το βιβλίο «Τα Δύο Άκρα» έχει δεχθεί αυστηρή κριτική για την «οικονομία» που υποδεικνύει εκεί ως προς το θέμα), δίδασκε τότε, πως όταν ο επίσκοπος «κηρύσση αιρετικά φρονήματα, τότε είνε αιρετικός», έστω κι αν η Εκκλησία δεν τον έχει ακόμα καταδικάσει επίσημα. «Μία τοιαύτη περίπτωσις είνε η περίπτωσις του Πατριάρχου. Ο Πατριάρχης Αθηναγόρας έχει κηρύξει αιρετικά φρονήματα». Σ’ αυτήν την περίπτωση και μετά από προσευχή, διαμαρτυρίες και αγώνα εναντίον του έχει ο πιστός χριστιανός «το δικαίωμα, προβαίνων έτι περαιτέρω, να παύση το μνημόσυνον αυτού,  συμφώνως τω ΙΕ’ Κανόνι της Πρωτοδευτέρας Συνόδου. Τούτο όμως είνε το έσχατον βήμα, εις το οποίον δύναται να προχώρηση, αν θέλη να μη ευρεθή εις σχίσματα και εις ανταρσίας».
Αν λοιπόν, τότε, στα πρώτα στάδια του Οικουμενισμού, που ούτε η προδοσία στο Πόρτο Ακλέγκρε υπήρχε, ούτε η περί διηρημένης Εκκλησίας θέσεις πατριαρχών και επισκόπων (τον Μεσσηνίας Χρυσόστομο τον κάλυψε η Ιερά Σύνοδος), ούτε ο καταιγισμός των  συμπροσευχών (παρά τις έντονες αντιδράσεις), αν τότε μιλούσε έτσι ο π. Επιφάνιος, εκτιμούμε πως σήμερα δεν θα θεωρούσε απλώς ως δυνητική, αλλά θα προέτρεπε στην εσχάτη λύση της διακοπής του μνημοσύνου και της αποτειχίσεως.
Ας δούμε, όμως, κάποιες ακόμα θέσεις Πατέρων: Ο ι. Χρυσόστομος προτρέπει να αποφεύγουμε την κοινωνία, όχι μόνο των αιρετιζόντων, αλλά των ιερωμένων στους οποίους παρατηρούμε σοβαρά πλημμελήματα: «Τι ποιείς άνθρωπε; Παρεβάθη ο νόμος, κατεφρονήθη σωφροσύνη, πλημμελήματα τοσαύτα ετολμήθη παρά τινος των ιερωμένων, τα άνω κάτω γέγονε και ου φρίττεις;… ουκ αλγείς; ουκ επιτιμά…, αλλά κοινωνείς;» (Ρ.G. 55, 252).
Και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, όπως είναι γνωστό, κλείστηκε στην φυλακή των ανακτόρων «ως κακούργος» από τον κανονικό ορθόδοξο πατριάρχης Καλέκα (ήταν τόσο ορθόδοξος, όσο είναι σήμερα ο κ. Βαρθολομαίος), ο οποίος «ορθόδοξος» Καλέκας αργότερα (το 1344) δεν δίστασε ο να αναθεματίσει τον άγιο Γρηγόριο. Τον αναθεματισμό δε αυτόν υπέγραψαν πολλοί ορθόδοξοι κατά τα “άλλαεπίσκοποι, που όμως υπήκουσαν στον Καλέκα (όπως σήμερα στον πατριάρχη Βαρθολομαίο και τον αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο οι επίσκοποι, που θέλουν να τα έχουν καλά με την εξουσία).
Και ο αγιος Γρηγόριος θεωροῦσε τον πατριάρχη Καλέκα αποκομμένο από την Εκκλησία με όσα είχε κάνει. Γράφει: «όποιος είναι αποχωρισμένος από τον Καλέκα, τότε ανήκει πράγματι στον κατάλογο των Χριστιανών και είναι ενωμένος με το Θεό κατά την ευσεβή πίστη» (Αναίρεσις εξηγήσεως τόμου Καλέκα, Ε.Π.Ε., τομ., 3ος, σελ. 692).
Και επειδή είχε διαπράξει τόσες παρανομίες η «εκκλησία» του πατριάρχη Καλέκα, συνιστούσε ο ιερός Ιωσήφ Καλόθετος που συγκακοπαθούσε μετά του αγίου Γρηγορίου (προτού να συγκληθεί κάποια Σύνοδος για να καταδικάσει τον Καλέκα): «Αποκοπτέον ημάς της εκείνου κοινωνίας» (Ιωσήφ Καλοθέτου, Λόγος 8, §8, παρά Δημητρίου Τσάμη σελ. 294 -296).
Και σε άλλο σημείο, πάλι ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει: «Διότι πράγματι, όσοι είναι της Εκκλησίας του Χριστού, είναι της αληθείας· και όσοι δεν είναι της αληθείας, δεν είναι ούτε της του Χριστού Εκκλησίας, και τόσο περισσότερον, όσον αυτοί ψεύδονται στον ίδιον τον εαυτό τους, αποκαλώντας τους εαυτούς τους και ο ένας τον άλλον ποιμένες και αρχιποίμενες ιερούς» (Γρηγορίου Παλαμά, Αναίρεσις γράμματος Ιγνατίου Αντιοχείας, ΕΠΕ 3, 608).
Είναι χαρακτηριστική και η απάντηση του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού προς τον αιρετικό-μονοθελήτη Πατριάρχη Κων/πόλεως Πέτρο: «Ο των όλων Θεός απεφάνθη ότι Καθολική Εκκλησία είναι η ορθή και σωτήριος ομολογία της Πίστεως σε Αυτόν, μακαρίζοντας τον Πέτρο για όσα είπε, ομολoγώντας Αυτόν καλώς». «Αυτής της, κατά τον Άγιο Μάξιμο, Καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, δηλαδή της "σωτηρίου ομολογίας της εις τον Χριστόν Πίστεως" είναι παντελώς αλλότριοι και μακράν οι Οικουμενιστές, που ποικιλοτρόπως ισοπέδωσαν και κατεπάτησαν την Ορθοδοξία επί του βορβορώδους πεδίου των από αιώνων αιρέσεων, τις οποίες κατεδίκασεν η Ορθόδοξη Εκκλησία» (Μελενικιώτης, Οι Οικουμενισταί θέτουν όντως εαυτούς εκτός Εκκλησίας).
Τί αλήθεια να πρωτοθυμηθεί κανείς από τα κείμενα των Αγίων; Ο Απ. Παύλος λέγει: «Παραγγέλομεν δε υμίν, αδελφοί, εν ονόματι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στέλλεσθαι υμάς (=να κόπτετε κάθε πνευματικήν επικοινωνίαν εκκλησιαστικώς) από παντός αδελφού ατάκτως περιπατούντος και μη κατά την παράδοσιν ην παρέλαβον παρ’ ημών» (Β’ Θεσ. γ’ 6). Και στην προς Τιμόθεον: «Ω Τιμόθεε, την παρακαταθήκην φύλαξον, εκτρεπόμενος τας βεβήλους κενοφωνίας και αντιθέσεις της ψευδωνύμου γνώσεως, ην τινες επαγγελόμενοι περί την πίστιν ηστόχησαν» (Α’ Τιμ.στ’ 20-21).
Ο Μ. Βασίλειος: «Οίτινες την υγιά ορθόδοξον πίστιν προσποιούμενοι ομολογείν, κοινωνούσι δε τοις ετερόφροσι, τους τοιούτους, ει μετά παραγγελίαν μη αποστώσιν, μη μόνον ακοινωνήτους έχειν, αλλά μηδέ αδελφούς ονομάζειν». «Προδοσία ουν εστι της αληθείας, και επιβουλή του κοινού, και εθισμός προς αδιαφορίαν κακών, η προς τους πονηρευομένους εσχηματισμένη χρηστότης» (Μ. Βασιλείου, Κεφάλαια των κατά πλάτος όρων, v. 31, p. 989, l. 3-9).
Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης θεωρεί εχθρούς του Θεού τους αιρετικούς μοιχειανούς και απαγορεύει την «κοινωνία» όχι μόνο με τους μοιχειανούς, αλλά και με εκείνους που επικοινωνούν μαζί τους: «Εχθρούς γαρ Θεού ο Χρυσόστομος ου μόνον τους αιρετικούς, αλλά και τους τοις τοιούτοις κοινωνούντας μεγάλη και πολλή τη φωνή απεφήνατο» (P.G. 99, 1049Α). Και «μηδεμίαν κοινωνίαν έχειν ημάς προς τους αιρετικούς, αλλά μην μηδέ προς τους κοινωνούντας μετά των ασεβών» (P.G. 99, 1393Α). Αν μιλούσε έτσι ο άγιος για την μοιχειανική αίρεση, η οποία και δεν είχε καταδικασθεί από Οικουμενική Σύνοδο και την οποίαν κάποιοι ούτε και που θεωρούσαν ως αίρεση, τι θα έλεγε σήμερα για την παναίρεση του Οικουμενισμού;
Πάλι ο άγιος Θεόδωρος γράφει: Σε καιρό αιρέσεων «οι οποίες μάλιστα δραστηριοποιούνται μέσα στην Εκκλησία», πρέπει να απομακρυνόμαστε από τους αιρετίζοντας, αφού τα «μυστήρια μολύνονται με μόνη τη μνημόνευσι του αιρετικού Επισκόπου, έστω και αν είναι καθ’ όλα ορθόδοξος ο ιερεύς ο οποίος τελεί την Λειτουργία» (P.G. 99, 1668C).
Και ο πατριάρχης Κων/πόλεως, άγιος Γερμανός ο νέος, συμβουλεύει την αποχή της εκκλησιαστικής κοινωνίας με εκείνους τους «ορθόδοξους» που κοινωνούσαν με τους Λατίνους. Συμβούλευε ακόμα τους λαϊκούς, να φεύγουν ολοταχώς από τους ιερείς, που έδειξαν υποταγή στους Λατίνους, και μήτε σε Εκκλησία που εκείνοι λειτουργούν να πηγαίνουν, μήτε να παίρνουν ευλογία από τα χέρια τους. Καλύτερα να προσεύχεστε μόνοι στα σπίτια σας, παρά να συγκεντρώνεστε στην εκκλησία μαζί με τους λατινόφρονες κληρικούς και λαϊκούς.
Ο Άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας πριν την σύγκληση της Γ΄ Οικουμενικῆς Συνόδου και πριν την καταδίκη του Νεστορίου, προέτρεπε τους ορθοδόξους της Κων/πόλεως: «αμώμους εαυτούς τηρήσατε, μήτε κοινωνούντες τω μνημονευθέντι μήτε μην ως διδασκάλω προσέχοντες, ει μένοι λύκος αντί ποιμένος... τοις δε γε των κληρικών ήτοι λαϊκών δια την ορθήν πίστιν κεχωρισμένοις η καθαιρεθείσι παρ' αυτού κοινωνούμεν ημείς, ου την εκείνου κυρούντες άδικον ψήφον, επαινούντες δε μάλλον τους πεπονθότας κακείνο λέγοντες αυτοίς…» (Πρακτικά Γ΄ Οικουμ. Συνόδου, TLG, 1,1,1, p. 114, l. 9).
Ο Μ. Αθανάσιος: «Ων το φρόνημα αποστρεφόμεθα, τούτους και της κοινωνίας προσήκει φεύγειν» (Τοις τον μονήρη βίον ασκούσι, και εν πίστει Θεού ιδρυμένοις). Ο Μ. Βασίλειος: «ουδ’ αν προς ώραν αυτών επιδεξάμεθα την συνάφειαν, ει σκάζοντες (χωλαίνοντες) περί την πίστιν εύρομεν» (Μ. Βασιλείου, Επιστολαί, Πέτρω επισκόπω Αλεξανδρείας). Και ο άγιος Νικόδημος: «Αν ο προεστώς σου είναι σφαλερός εις την πολιτείαν και τα έργα του μη περιεργάζεσαι. Αν όμως είναι σφαλερός κατά την πίστιν φεύγε και παραίτησέ τον, όχι μόνο αν είναι άνθρωπος αλλά καν Άγγελος είναι από τον ουρανόν» (Αγ. Νικόδημος ο Αγιορείτης, Περί συνεχούς Μεταλήψεως, σελ 175).
Τέλος οι «Αποστολικές Διαταγές» γράφουν: «Διο φευκτέον από των φθορέων ποιμένων».
Σημάτης Παναγιώτης