ΑΡΘΡΑ-ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ

Ε Ι Σ Η Γ Η Σ Ι Σ

ΘΕΜΑ: «ΠΟΙΑ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ Η ΣΤΑΣΙ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ, ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΠΡΑΚΤΙΚΗ, ΛΟΓΩ ΤΗ ΑΛΛΟΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΦΡΟΝΗΜΑΤΟΣ;»

Σεβαστοί πατέρες, ἀγαπητοί ἀδελφοί,

Θέλω κατ' ἀρχάς νά εὐχαριστήσω τόν τοπικό σύλλογο «ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ & ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ» γιά τήν θεάρεστο προσπάθεια τῆς διοργανώσεως αὐτῆς τῆς ἡμερίδος. Ἴσως μέ παρόμοιες προσπάθειες νά βγοῦμε ἀπό τόν λήθαργο ὅλοι οἱ Ὀρθόδοξοι καί νἀ ἀρχίσουμε νά ἀντιστεκώμεθα, ὄχι μόνο ἀτομικά, ἀλλά συλλογικά στήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τό δύσκολο εἶναι ὅ,τι κάνουμε ἀγωνιζόμενοι γιά τήν Ὀρθοδοξία νά εἶναι ἐναρμονισμένο καί σύμφωνο μέ ὅλη τήν πατερική παράδοσι καί ἀνάλογο μέ τίς ἀνάγκες τῶν ἡμερῶν μας. Οἱ δέ ἡμέρες μας εἶναι πολύ πονηρές, καί ἡ κατάστασις τῶν Ὀρθοδόξων τέτοια, ὥστε ἀπό ἀνθρωπίνης πλευρᾶς νά μήν ὑπάρχουν πολλά περιθώρια αἰσιοδοξίας, γιά νά γίνη κάτι καλό στήν Ἐκκλησία.

Τό θέμα τό ὁποῖο προσεκλήθην νά ἀναπτύξω «Ποιά θά πρέπει νά εἶναι ἡ στάσι τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τῶν Οἰκουμενιστῶν, κατά τήν πατερική πρακτική» εἶναι βέβαια πολύ ἐπίκαιρο καί ἄκρως σημαντικό διά τήν σωτηρία μας, τά δέ χρονικά περιθώρια, ἀλλά καί οἱ δυνατότητές μου πολύ περιορισμένα. Ἴσως ἄν ὑπῆρχε κάποιος ἄλλος ὁμιλητής, πνευματικά ὁλοκληρωμένος καί ἐμπειρικά σκεπτόμενος καί ὁδηγούμενος, νά τό ἀνέπτυσε καλύτερα καί νά ἔδινε μία πιό καθαρή εἰκόνα στούς ἀκροατές διά τήν στάσι τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τῶν Οἰκουμενιστῶν. Δι' αὐτό νά μοῦ συγχωρήσετε τίς ἐλλείψεις, ὅ,τι δέ κρίνετε ὅτι εἶναι λάθος, ἐξ ἀπόψεως πατερικῆς καί Παραδόσεως, θά εἶμαι εὐγνώμων νά τό ἀκούσω καί νά τό διορθώσω.



Εἶναι γεγονός ἀναμφισβήτητο ἀπό ὅλους τούς ὑγιῶς σκεπτομένους Ὀρθοδόξους ὅτι ὁ Οἰκουμενισμός εἶναι αἵρεσις. Τό διαφορετικό τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀπό τίς ἄλλες αἱρέσεις, παλαιότερες καί σύγχρονες, εἶναι ὅτι εἶναι αἵρεσι ἐν ἐξελίξει. Δηλαδή ἐνῶ οἱ ἄλλες αἱρέσεις εἶχαν καθορισμένη διδασκαλία καί εὐθύς ἐξ ἀρχῆς διεχώριζαν τήν θέσι των ἀπό τήν Ὀρθόδοξο διδασκαλία καί Παράδοσι, τήν ὁποία κατά πρόσωπο ἐπολέμουν, ὁ Οἰκουμενισμός σταδιακά ἀποκαλύπτει τίς δοξασίες του, τίς ὁποῖες συνήθως ἐνδύει μέ τό ἔνδυμα τῆς ἀγάπης καί πρακτικά πάλι θά λέγαμε ὅτι ἐνεργεῖ προγραμματισμένα, ὥστε τά βήματα προσεγγίσεως μέ τίς ἄλλες αἱρέσεις, νά μή προκαλέσουν ἀντίδρασι καί ἀφύπνισι τῶν Ὀρθοδόξων. Ἡ μέθοδος δέ μέ τήν ὁποία προσπαθεῖ νά ἐπιβληθῆ εἶναι ἐκ τῶν ἄνω πρός τά κάτω, δηλαδή ἀφοῦ ἐπικρατήσει στούς Ἐπισκόπους, νά ἐπιβληθῆ σέ ὅλο τόν κλῆρο, καί νά μεταδοθῆ καί στόν λαό. Αὐτή ἡ μέθοδος ἐπικρατήσεως μιᾶς αἱρέσεως δέν εἶναι καινούρια, ἐπειδή τήν βλέπουμε καί στόν Ἀρειανισμό καί στήν Εἰκονομαχία καί ἀλλοῦ, τό καινούριο ὅμως καί ὕπουλο εἶναι ἡ νομότυπη ἀλλοτρίωσι τῶν Ἐπισκόπων. Δηλαδή ἐνῶ παλαιά ἐδιώκοντο καί ἐξορίζοντο οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι μέ τήν βοήθεια τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας, προκειμένου νά καταλάβουν τούς θρόνους των οἱ αἱρετικοί, σήμερα ἐπιλέγονται καί θά λέγαμε μυοῦνται κατά κάποιον τρόπο μασωνικό οἱ κατάλληλοι ἄνθρωποι, αὐτοί δηλαδή οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν πνευματικά ἐνδιαφέροντα, αὐτοί οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν ὡς σκοπό των τήν ἀναρρίχησι στήν ἐξουσία, αὐτοί οἱ ὁποῖοι εἶναι δειλοί καί ἔτοιμοι νά συμφωνήσουν μέ τόν οἱονδήποτε ἰσχυρό καί αὐτοί τέλος οἱ ὁποῖοι εἶναι ἕτοιμοι νά ξεπουλήσουν τόν θησαυρό τῆς Ὀρθοδοξίας, χάριν προσωπικῶν ἀξιώσεων καί ἀδυναμιῶν. Ἔτσι λοιπόν ὑπάρχει μία εἰρηνική ἐπικράτησις τῆς αἱρέσεως, βοηθουμένη ἀπό τήν ἀδιαφορία τοῦ λαοῦ, ἀπό τήν ἄγνοια καί ἀπό τήν συστηματική προπαγάνδα τῶν Οἰκουμενιστῶν. Καί τό χειρότερο εἶναι ὅτι αὐτοί οἱ σημερινοί αἱρετικοί παρουσιάζονται ὡς Ὀρθόδοξοι, ὡς εἰρηνοποιοί καί ὡς ἄνθρωποι ἀγάπης καί εὐρείας ἀντιλήψεως. Θά μπορούσαμε ἐπίσης νά προσθέσωμε ὅτι αὐτή ἡ πορεία ἐπικρατήσεως τῆς αἱρέσεως εἶναι ἀνθρωπίνως μή ἀναστρέψιμος, λόγῳ τοῦ τρόπου ἐπιβολῆς της καί τῆς συστηματικῆς ἐπιλογῆς τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι θά τήν προωθήσουν.

Ὅλα αὐτά τά ὁποῖα προαναφέρθησαν ἔχουν παγιδεύσει καί ἀποσυντονίσει τούς ὑγιῶς σκεπτομένους Ὀρθοδόξους καί αὐτούς οἱ ὁποῖοι πονοῦν καί θλίβονται δι' αὐτό τό ὀλίσθημα. Ὡς ἐκ τούτου ὑπάρχουν διάφορες ἀντιμετωπίσεις καί ὡς πρός τήν πρακτική ἀντιμετώπισι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί ὡς πρός τήν θεωρητική τοποθέτησι διά τό τί δέον γενέσθαι. Τό πρόβλημα αὐτό εἶναι πολύ σοβαρό καί ἀπό τό σημεῖο αὐτό εἰσερχόμεθα εἰς τήν στάσι τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, δηλαδή είς τὀ κυρίως θέμα τῆς εἰσηγήσεως.

Βεβαἰως ἄν εἴχαμε παρόντες στήν σημερινή αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ κάποιους ἀπό τούς ἁγίους καί ὁμολογητάς τῆς πίστεώς μας, τά πράγματα θά ἦσαν εὔκολα, ἐφ' ὅσον θά στοιχιζόμεθα εἰς τήν γραμμήν τήν ὁποίαν ἐκεῖνοι θά ἐχάρασσον. Σήμερα ὅμως πού ὑπάρχει ἔλλειψις καί παντελής ἀπουσία ἁγίων τῆς θέσεως καί τῆς περιοπῆς τοῦ Ἁγ. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ κλπ. καλούμεθα ἐμεῖς νά διεισδύσουμε στό πνεῦμα των καί νά τούς φέρωμε νοερά στήν ἐποχή μας, ἐφ' ὅσον βέβαια τούς ἔχομε πλησιάσει εἰς τήν ζωή καί πολιτεία των. Εἶναι καί ἕνα ἄλλο πρόβλημα, ἐξ ἴσου σοβαρά καί ἔγκειται στήν προαίρεσι τήν ὁποία διαθέτομε καί κυρίως στό τί εἴμεθα διατεθειμένοι νά ὑποστοῦμε χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἄν δηλαδή ὁμιλοῦμε γιά τήν αἵρεσι καί τήν πολεμοῦμε θεωρητικά, ἤ ἄν τήν πολεμοῦμε τόσο, ὅσο χρειάζεται γιά νά μή θιγοῦμε προσωπικά, οὔτε στό μοναστήρι μας, οὔτε στήν ἱερωσύνη μας, ἤ στό πνευματικό μας ἔργο, ἤ στήν ὑπόληψι πού ἔχουμε στόν κόσμο, τότε νομίζω ὁ ἀγώνας μας εἶναι μάταιος καί ἀντιπατερικός καί μᾶλλον βοηθᾶ στήν ἑδραίωσι καί ἐξάπλωσι τῆς αἱρέσεως. Διότι πολεμοῦμε κατά τό δή λεγόμενο ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς καί προχωροῦμε ὅσο μᾶς ἐπιτρέπουν οἱ Οἰκουμενισταί καί κατ' οὐσίαν συμπορευόμεθα μέ αὐτούς, ἐφ' ὅσον ἐκκλησιολογικά καί λειτουργικά εἴμεθα στό ἴδιο πλοῖο, τό ὁποῖο κατευθύνουν καί ὁδηγοῦν αὐτοί.

Ὑπάρχει καί ἡ ἄλλη πλευρά ὡς πρός τήν γνησιότητα τοῦ ἀγῶνος μας. Δέν εἶναι δηλαδή δυνατόν νά θεωρηθῆ γνήσιος καί πατερικός ὁ ἀγώνας μας ὑπέρ τῆς πίστεως, ἐφ' ὅσον ἀπουσιάζει ὁ διωγμός καί τό μαρτύριον. Ἡ Ἁγ. Γραφή διά στόματος τοῦ ἀπ. Παύλου λέγει:«πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται » (Β'Τιμ.3,12). Ὁ δέ ἁγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης λέγει μεγαλοφώνως «Οὐδεμία γάρ κοινωνία, ὦ φιλότης, δεδιωγμένοις καί ἀδιώκτοις, καί οὐ μόνον ἀδιώκτοις, ἀλλά καί ὑποτελοῦσι τοῖς διώκταις καθηγεμονιώντων ὧνπερ ἐξουσιάζουσι μοναστηρίων· εἰ μή ἄρα τις κοινωνία ὡμολόγηται φωτί πρός σκότος»(Βασιλείῳ ἡγουμένῳ ΡΜΓ P.G 99, 1449 Β) καί ἀλλοῦ «Ἴσθι γάρ ὅτι διωγμός πάρεστι· καί οὐ τελειότητος, τό ὑμᾶς οἴκοι καθέζεσθαι, καί ἀδιώκτους διαμένειν·» (Σεργίῳ ἡγουμένῳ ΡΟΘ P.G. 99, 1553 D). Δἐν εἶναι δηλαδή δυνατόν νά διώκεται ἡ πίστις καί ἐμεῖς νά τιμώμεθα καί νά τά πηγαίνωμε καλά μέ ὅλους. Ἡ αἵρεσις νά ἐπικρατῆ καί νά ἐξαπλώνεται καί ἐμεῖς νά κτίζουμε μοναστήρια, νά μπαίνουμε σέ προγράμματα καί νά παίρνωμε ἐπιδοτήσεις, νά προβάλλωμε καί νά περιφέρωμε τά κειμήλια, ἤ νά κάνωμε εὐσεβιστικά κηρύγματα περί νοερᾶς προσευχῆς, ὑπακοῆς, μυστηριακῆς ζωῆς κλπ. Ὅταν λοιπόν διώκεται ἡ πίστις, ὅσοι δέν διώκονται συνταυτίζονται καί συμπλέουν ἠθελημένα ἤ ἀθέλητα μέ τούς αἱρετικούς.

Πέρα ἀπό ὅλα αὐτά, ἄν θελήσουμε νά καθορίσωμε τήν στάσι τῶν Ὀρθοδόξων ἔναντι τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, θά πρέπει νά προσδιορίσωμε τό τί εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο πονάει, ἐνοχλεῖ καί ἐκνευρίζει τούς Οἰκουμενιστάς. Τί εἶναι ἐκεῖνο τό ὁποῖο χαλάει τά σχέδιά των καί ἐπί πλέον ἀσφαλιζει σωτηριολοτικά τούς Ὀρθοδόξους. Ἀπό τήν μέχρι σήμερα ἐνασχόλησί μου ἀφ' ἑνός μέν μέ τόν Οἰκουμενισμό, ἀφ' ἑτέρου δέ μέ τήν πατερική πρακτική καί εἰδικά μέ τήν ζωή καί διδασκαλία τοῦ ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἔχω διαπιστώσει ὅτι τό πρῶτο καί κύριο τό ὁποῖο πρέπει νά γίνεται ἀπό τούς Ὀρθοδόξους εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσις ὄχι μόνο θεωρητικά ἀπό τήν αἵρεσι, ἀλλά καί πρακτικά ἀπό τούς αἱρετικά φρονοῦντας Ἐπισκόπους καί κληρικούς. Ἡ ἀπομάκρυνσις αὐτή πιστοποιεῖται διά μέν τούς κληρικούς μέ τήν διακοπή τῆς μνημονεύσεως τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, διά δέ τούς λαϊκούς μέ τήν ἀπομάκρυνσι ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους καί ἀπό τούς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι τούς ἀναγνωρίζουν διά τῆς μνημονεύσεως καί ἐξαρτῶνται ἐκκλησιασστικά ἀπό αὐτούς. Εἶναι χαρακτηριστικά ἐν προκειμένῳ τά λόγια τοῦ ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου:« Ταῦτα οὖν σύν τῇ προσηγορίᾳ ἀναγκαῖον ἐνόμισα ὑπομνῆσαι τήν πατρωσύνην σου· ὅπως εἰδυῖα ὅτι αἵρεσις, φεύγῃ τήν αἵρεσιν ἤγουν τούς αἱρετικούς· τοῦ μήτε κοινωνεῖν αὐτοῖς, μήτε ἀναφέρειν ἐν τῇ εὐαγεστάτῃ αὐτῆς μονῇ ἐπί τῆς θείας λειτουργίας· ὅτι μέγισται ἀπειλαί κεῖνται παρά τῶν ἁγίων ἐκφωνηθεῖσαι τοῖς συγκαταβαίνουσιν αὐτῇ μέχρι καί ἑστιάσεως. Εἰ δέ λέγῃ ἡ ὁσιότης σου, πῶς αὐτῇ πρό τῆς λεηλασίας τοῦτο οὐκ εἴπομεν, ἀλλ' ὅτι καί ἡμεῖς ἐμνημονεύομεν τῶν ἐν τῇ Βυζαντίδι· ἐκεῖνο γινωσκέτω· ὅτι οὔπω σύνοδος ἦν, οὐδέ ἐκφωνητόν ὑπῆρχε τό πονηρόν δόγμα καί ἀνάθεμα. Καί πρό τούτων οὐκ ἦν ἀσφαλές ἀποστῆναι τῶν παρανομούντων τελείως, ἤ τό φεύγειν μόνον τήν προφανῆ κοινωνίαν αὐτῶν, οἰκονομίᾳ δέ πρεπούσῃ ἀναφέρειν ἕως καιροῦ. Ἐπεί δέ ἐξῆλθεν εἰς προῦπτον ἡ αἱρετική ἀσέβεια διά συνόδου εἰς τοὐμφανές δεῖ ἄρτι καί τήν σήν εὐλάβειαν σύν πᾶσι ὀρθοδόξοις παῤῥησιάζεσθαι διά τοῦ μή κοινωνεῖν τοῖς κακοδόξοις, μηδέ ἀναφέρειν τινά τῶν ἐν τῇ μοιχοσυνόδῳ εὑρεθέντων, ἤ ὁμοφρονούντων αὐτῇ. Καίγε δίκαιον, ὅσιε Πάτερ, κατά πάντα σε ὄντα φερωνύμως Θεόφιλον, φιλεῖν καί ἐν τούτῳ τόν Θεόν. Ἐχθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο. Καί ἐάν ἡ σή στεῤῥότης οὐκ ἀσφαλίσηται, τίς λοιπόν σωθήσεται;(ΛΘ Θεοφίλῳ ἡγουμένῳ P.G. 99, 1048 D ). Αὐτό εἶναι ἕνα θαυμάσιο ὁμολογιακό τμῆμα τοῦ ὁσίου, τό ὁποῖον καθορίζει τά ὅρια τῆς μνημονεύσεως καί εἶναι κρίμα πού ὁ χρόνος δέν μᾶς ἐπιτρέπει νά τό ἀναλύσωμε. Ἡ διακοπή λοιπόν τῆς μνημονεύσεως εἶναι ἐκείνη πού ἐνοχλεῖ καί ἀποδυναμώνει τούς Οἰκουμενιστάς Ἐπισκόπους, δηλώνει δέ ὁ ἐνεργών διά τῆς μή μνημονεύσεως τήν ἀποτείχισιν, ὅτι θεωρεῖ τήν Ἐκκλησία ἀνεπίσκοπο ὡς ἔχουσα αἱρετικόν Ἐπίσκοπον. Εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν ἡ ἐκκλησία ὑπάρχει ἐν διωγμῷ, οἱ Ὀρθόδοξοι κληρικοί συνήθως ἐκδιώκονται ἀπό τίς θέσεις των καί κυνηγῶνται παντοιοτρόπως, ὁ λαός δέ ὁ ὁποῖος θέλει νά ἀποφύγη τήν αἵρεσι πολλές φορές παραμένει χωρίς μυστήρια, χωρίς ἐκκλησία, χωρίς προστάτες, χωρίς τήν ἐξωτερική μορφή καί εἰκόνα τῆς ἐκκλησίας, ὅπως θά ἐφαίνετο σέ μία εἰρηνική περίοδο. Οἱ ἀποτειχιζόμενοι δι' αὐτοῦ τοῦ τρόπου δέν δημιουργοῦν σχίσμα εἰς τήν ἐκκλησία, συμφώνως πρός τόν 31ον Κανόνα τῶν Ἁγ. Ἀποστόλων καί τόν 15ον τῆς Α καί Β Οἰκουμ. Συνόδου, διότι τό σχίσμα νοεῖται ἀπό τούς πατέρας ὡς τήν ἀπόσχισι κάποιου, ὄχι ἀπό τόν Ἐπίσκοπο, ἀλλά ἀπό τήν ἀλήθεια. Ἀπεναντίας δέ θεωρεῖται ἡ ἀποτείχισις σάν ἴασι καί θεραπεία τοῦ σχίσματος, τό ὁποπιον ἐδημιούργησε ὁ ἀποσχισθείς ἀπό τήν ἀλήθεια Ἐπίσκοπος. Δηλαδή ὁ Ἐπίσκοπος διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἱρέσεως ἀπεσχίσθη ἀπό τήν ἐκκλησία, ἐνῶ ὁ ἀποτειχιζόμενος ἀπό αὐτόν παραμένει ὀργανικά καί ἀδιάρρηκτα ἑνωμένος μέ τήν διαχρονική ἐκκλησία.

Ἡ ἔκπτωσις λοιπόν κάποιου ἀπό τήν ἐκκλησία γίνεται διά τῆς ἀποδοχῆς τῆς αἱρέσεως, ἡ ἐνσωμάτωσις εἰς τήν διαχρονική ἐκκλησία ἐν καιρῷ αἱρέσεως γίνεται διά τῆς ὁμολογίας καί ἀποτειχίσεως, ἡ ἐπικράτησις τῆς Ὀρθοδοξίας γίνεται, ὅταν καταδικασθῆ συνοδικῶς ἡ αἵρεσις, ἐκδιωχθοῦν ἀπό τούς θρόνους οἱ αἱρετικοί Ἐπίσκοποι καί ἀνέλθουν εἰς αὐτούς Ὀρθόδοξοι μέ τήν ἔγκρισι πάντοτε καί συμφωνία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ.

Ἔπειτα ἀπό ὅλα αὐτά τά ὁποῖα δέον νά θεωρηθοῦν ὡς τήν πατερική πρακτική ἐν καιρῷ αἱρέσεως ἔρχομαι εἰς τά καθ' ἡμᾶς. Σύμφωνα μέ τά ἀνωτέρω δέν πρέπει νά θεωρεῖται ὅτι ἀκολουθεῖ τήν Ὀρθόδοξον Παράδοσι καί εἶναι ἐνσωματωμένος μέ τήν διαχρονική ἐκκλησία, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀγωνίζεται θεωρητικά κατά τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ἀκολουθεῖ ὅμως διά τῆς μνημονεύσεως καί ἀποδοχῆς τῶν Οἰκουμενιστῶν Ἐπισκόπων, τήν αἵρεσι. Διότι ἡ μνημόνευσις τοῦ αἱρετικά φρονοῦντος Ἐπισκόπου κατά τήν διακήρυξι τῶν Ἁγιορειτῶν Ὁσιομαρτύρων πρός τόν λατινόφρονα βασιλέα καί τόν Πατριάρχη Ἰωάννη τόν Βέκκο σημαίνει ἀποδοχή τῆς αἱρέσεως καί ταύτησι μέ τήν πίστι τοῦ Ἐπισκόπου. Εἶναι δηλαδή σάν καί αὐτόν ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται καί συνταξιδεύει εἰς τόν πλοῖον, τό ὁποῖον ἔχει ἀλλάξει γραμμή πλεύσεως καί δέν ὁδηγεῖται εἰς τόν λιμένα τῆς σωτηρίας ἐξ αἰτίας τοῦ διεστραμμένου κυβερνήτου καί ὁ ὁποῖος ἁπλῶς διαμαρτύρεται γιά τήν ἀντίθετο πορεία τοῦ πλοίου. Εἶναι χαρακτηριστική καί διαυγεστάτη ἐν προκειμένῳ ἡ θέσις τοῦ ἁγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου: ««Τό γάρ κοινωνεῖν παρά αἱρετικοῦ ἤ προφανοῦς διαβεβλημένου κατά τόν βίον, ἀλλοτριοῖ Θεοῦ, καί προσοικειοῖ τῷ διαβόλῳ.... Γνωστόν δέ πᾶσι ὅτι νῦν αἵρεσις ἐν τῇ καθ'ἡμᾶς ἐκκλησίᾳ τῶν Μοιχιανῶν ἐστι. Φεῖσαι τοίνυν τῆς τιμίας σου ψυχῆς μετά τῶν ἀδελφῶν καί τῆς κεφαλῆς. Ἔφης δέ μοι ὅτι δέδοικας εἰπεῖν τῷ πρεσβυτέρῳ σου, μή ἀναφέρειν τόν αἱρεσιάρχην. Καί τί περί τούτου εἰπεῖν σοι τό παρόν, οὐ καθορῶ. Πλήν ὅτι μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνον τοῦ ἀναφέρειν κἄν ὀρθόδοξος εἴη ὁ ἀναφέρων» (ΣΚ Σπαθαρία Μαχαιρᾶ P.G. 99, 1669 Α).

Σέ ἕνα λοιπόν ὀργανωμένο ἀγῶνα ἐναντίον τῆς αἱρέσεως, δέν έπιτρέπεται ὁ Ὀρθόδονος νά δέχεται τά μυστήρια τοῦ αἱρετικοῦ, ἤ τοῦ μνημονεύοντος τόν αἱρετικόν, δέν ἐπιτρέπεται νά συμπροσεύχεται μαζί του, ἀκόμη καί νά συντρώγη. Καί ὁ ὀργανωμένος ἀγώνας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως ἀρχίζει ἀπό τότε πού κηρύσσεται ἡ αἵρεσις δημοσίως καί συνοδικῶς καί ἀπό τότε πού καταγγέλλεται ἡ αἵρεσις καί ὑπάρχει ἀντίστασις τῶν Ὀρθοδόξων.

Ὑπάρχει ὅμως καί ἄλλη πλευρά καί κατάστασις ὅπως ἔχει διαμορφωθῆ σήμερα. Εἶναι αὐτἠ τῶν ἀντιδρώντων εἰς τήν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί προσαρτηθέντων σέ διαφόρους ἄλλας συνόδους. Αὐταί οἱ Σύνοδοι δέν ἔχουν καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μεταξύ των, οὔτε ἀναγνωρίζονται ἡ μία ἀπό τήν ἄλλη ὡς ἐκκλησία καί σῶμα Χριστοῦ, ἀλλά ἀπεναντίας ὑπάρχει πόλεμος μεταξύ των ἐξ ἴσου σφοδρός, ὅπως πολεμοῦν τόν Οἰκουμενισμόν. Τό μόνο ἴσως πού τούς ἑνώνει μεταξύ των εἶναι ἡ διατήρησις τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου. Αὐτό σάν σχῆμα ἐκκλησιαστικό εἶναι ἀντιπατερικό καί ἀντορθόδοξο καί πρωτοφανές εἰς τήν ἐκκλησιαστική ἱστορία. Ὁ λόγος νομίζω πού ἐξελίχθηκε καί ἴσως ἐκφυλίσθηκε ὁ ἀγώνας αὐτός ἐναντἰον τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, εἶναι τό ὅτι ὑπερέβησαν τά ὅρια τά ὁποῖα ἔθεσαν οἱ πατέρες. Καί αὐτά καθορίζονται πλήρως ἀπό τόν 15ο κανόνα τῆς Α καί Β Συνόδου. Ὁ ἱερός δέ αὐτός κανών, ὁ ὁποῖος ἐθεσπίσθη λίγο μετά τό τέλος τῆς εἰκονομαχίαας, δείχνει τήν πρακτική τῶν πατέρων ὅλης τῆς εἰκονομαχικῆς περιόδου. Λέγει λοιπόν ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θά ἀντισταθῆ στήν αἵρεσι καί θά ἀποτειχισθῆ, δέν θά μνημονεύση τόν Ἐπίσκοπο, τόν αἱρετικά φρονοῦντα, ἀλλά καί κανέναν ἄλλον μέχρις ὅτου ἐκδιωχθῆ ὁ αἱρετικός Ἐπίσκοπος καί τοποθετηθῆ στή θέσι του ἄλλος Ὀρθόδοξος. Αὐτό ὁ ἅγ. Θεόδωρος ὁ Στουδίτης σέ πλεῖστα σημεῖα τῶν ἐπιστολῶν του τό ὀνομάζει «καιρός τῆς Ὀρθοδοξίας ἤ καιρός Ὀρθοδόξου Συνόδους, ἤ καιρός ἁγίας Συνόδου κλπ.» καί σημαίνει ὅτι ἡ διασαλευθεῖσα τάξις τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων καί τῶν μή μνημονευόντων αὐτούς ἀπεκατεστάθη, διά τῆς ἀναδείξεως Ὀρθοδόξων Ἐπισκόπων καί τῆς ἀποδοχῆς των ἀπό τόν λαό τοῦ Θεοῦ. Δἐν ἔχουμε καμμία ἔνδειξι σέ ὅλη τήν περίοδο τῆς εἰκονομαχίας ὅτι οἱ Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι εἶχαν ἰδική των σύνοδο ἤ ἐτοποθέτουν παραλλήλως Ἐπισκόπους, ἐνῶ ὑπῆρχον οἱ αἱρετικοί εἰς τάς θέσεις των. Ἁπλῶς δέν τούς ἐμνημόνευον καί δέν εἶχαν καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ αὐτούς. Εἶναι προφανές ὅτι, ὅταν ἔχωμε σύνοδο μέ Ἀρχιεπίσκοπο καί Ἐπισκόπους, δέν ἀναμένομε καιρό Ὀρθοδοξίας, οὔτε εἴμεθα ἐν διωγμῷ, οὔτε τηροῦμε τό περί μή μνημονεύσεως 15ον κανόνα τῆς Α καί Β Συνόδου, οὔτε ἐνδιαφερόμεθα γιά τήν μεταστροφή ἤ καθαίρεσι τῶν αἱρετικῶν Ἐπισκόπων, ἀλλά μᾶλλον μᾶς ἐξυπηρετοῦν οἱ αἱρετικοί Ἐπίσκοποι, διότι δικαιολογοῦν τήν ἰδική των θέσι.

Ἐκεῖνο τό ὁποῖο νομίζω θά ἔλυε τό πρόβλημα καί θά ἐπανέφερε τά πράγματα στήν πατερική ὁδό, θά ἦταν νά ἐπανερχώμεθα ἅπαντες στήν μή μνημόνευσι τοῦ αἱρετικοῦ Ἐπισκόπου, χωρίς συνόδους καί παρατάξεις. Αὐτομάτως θά ἑνώνοντο ὅλοι οἱ τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου καί θά προσετίθεντο αὐτοί ἐκ τοῦ νέου ἡμερολογίου, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τόν Οἰκουμενισμό, θέλουν νά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τούς Οἰκουμενιστάς, ἀλλά βλέποντες τόν κατακερματισμό καί ἀλληλοσπαραγμό τοῦ παλαιοῦ ἡμερολογίου, παραμένουν διστακτικοί, φοβούμενοι μήπως φύγουν ἀπό τήν Σκύλα καί ἔλθουν στήν Χάρυβδη. Ἔτσι σημεῖο ἀναφορᾶς καί ἑνότητος δέν θά εἶναι τό παλαιό ἡμερολόγιο, ἀλλά ἡ μή μνημόνευσις, σύμφωνα μέ τίς πατερικές προδιαγραφές. Ἕνα ἄριστο παράδειγμα αὐτῆς τῆς θέσεως, τό ὁποῖο νομίζω εἶναι καί τό τελευταῖο ὀργανωμένο, εἶναι αὐτό τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων, οἱ ὁποῖοι τό 1970 διέκοψαν ἐπί τριετίᾳ τό μνημόσυνο τοῦ Πατριάρχου Ἀθηναγόρα, λόγῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων καί τῶν ἄλλων αἱρετικῶν φρονημάτων του. Οἱ πατέρες τότε πού διέκοψαν τό μνημόσυνο δέν ἐμνημόνευον οὐδένα Ἐπίσκοπο, οὔτε προσαρτήθηκαν ἤ ὑπήχθησαν σέ κάποια Σύνοδο.

Τελειώνοντας καί ζητώντας συγγνώμη γιά τήν ὑπέρβασι τοῦ χρόνου, θἐλω νά τονίσω ὅτι, ἄν δέν διορθώσωμε τά λάθη μας, θά ἐξακολουθήσωμε νά εἴμεθα πολέμιοι τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῆς Ἐκκλησίας, θά δίνωμε ὑλικό πρός κατηγορία εἰς τούς Οἰκουμενιστάς, θά βοηθοῦμε στό νά μήν ἀποτειχίζωνται ἀπό τόν Οἰκουμενισμό οἱ ὑγειῶς σκεπτόμενοι καί φοβούμενοι τόν Θεό καί τό χειρότερο θά χάσωμε τήν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας, ἐπειδή ὁ καθένας θά θεωρῆ Ἐκκλησία τόν τόπο καί τό σύστημα εἰς τό ὁποῖο ἀνήκει.


Ἱερομόναχος π. Εὐθύμιος Τρικαμηνάς